Διαχείριση εστιατορίου food cost κοστολόγηση διαχείριση κόστους

Food cost στο εστιατόριο: πώς υπολογίζεται και πώς θα το μειώσετε

Γράφτηκε από τον Ludovic Frank Δημοσιεύτηκε στις 13 λεπτά ανάγνωσης
Εστιάτορας υπολογίζει τα κόστη του με αριθμομηχανή και σημειωματάριο στον πάγκο της κουζίνας, ανάμεσα σε τελάρα με ντομάτες και μελιτζάνες

Ρωτήστε έναν εστιάτορα ποιο είναι το food cost του μαγαζιού του και συνήθως θα πάρετε μία από δύο απαντήσεις: έναν αριθμό που θυμάται από κάποιο άρθρο ή ένα ανασήκωμα των ώμων. Και οι δύο κοστίζουν ακριβά. Οι πρώτες ύλες είναι, μαζί με τη μισθοδοσία, το μεγαλύτερο έξοδο ενός εστιατορίου, και μετά το κύμα ακρίβειας των τελευταίων ετών είναι και το πιο ευμετάβλητο. Τα καλά νέα: είναι ταυτόχρονα το έξοδο που ελέγχετε πιο γρήγορα, όχι αγοράζοντας χειρότερα υλικά, αλλά μετρώντας σωστά.

Σε αυτόν τον οδηγό θα δούμε τον τύπο υπολογισμού με παράδειγμα σε ευρώ, την κοστολόγηση ενός μουσακά μερίδα προς μερίδα, την παγίδα του ΦΠΑ (με 13% στην εστίαση, ο υπολογισμός πάνω σε μεικτές τιμές σάς κολακεύει τεχνητά), τα διεθνή όρια αναφοράς ανά τύπο εστιατορίου και τους πρακτικούς τρόπους να ρίξετε το ποσοστό χωρίς να το καταλάβει ο πελάτης. Και επειδή το food cost είναι κλάσμα, δεν ξεχνάμε τον παρονομαστή: γεμάτη σάλα με προβλέψιμες κρατήσεις σημαίνει αγορές με βάση πραγματικά νούμερα, όχι διαίσθηση. Εκεί βοηθάει ένα σύστημα κρατήσεων για εστιατόρια που καταγράφει πόσα άτομα έρχονται πραγματικά κάθε μέρα.

Με μια ματιά:

  • food cost % = (αρχικό απόθεμα + αγορές - τελικό απόθεμα) ÷ καθαρές πωλήσεις φαγητού × 100, για σταθερή περίοδο (εβδομάδα ή μήνα)·
  • οι αγορές μόνες τους δεν αρκούν: δείχνουν τι αγοράσατε, όχι τι κατανάλωσε η κουζίνα, γι' αυτό χρειάζεται απογραφή στην αρχή και στο τέλος της περιόδου·
  • υπολογίζετε πάντα σε καθαρές τιμές, χωρίς ΦΠΑ: με 13% στο φαγητό, το ποσοστό πάνω σε μεικτές πωλήσεις δείχνει σχεδόν 4 μονάδες καλύτερο από το πραγματικό·
  • φαγητό και ποτά υπολογίζονται χωριστά (το αλκοόλ έχει ΦΠΑ 24% και εντελώς διαφορετική οικονομία)·
  • δεν υπάρχει ένα «σωστό» ποσοστό: κρίνετε κάθε πιάτο με το περιθώριο σε ευρώ, όχι μόνο με το ποσοστό.

Τι είναι το food cost και γιατί καθορίζει το κέρδος σας;

Το food cost είναι το ποσοστό των πωλήσεων φαγητού που φεύγει από την πόρτα ως πληρωμένες πρώτες ύλες. Αν το food cost σας είναι 32%, από κάθε ευρώ πωλήσεων τα 32 λεπτά πάνε στο πιάτο και με τα υπόλοιπα 68 πρέπει να καλύψετε μισθούς, ενοίκιο, ρεύμα, ΕΦΚΑ και, στο τέλος της ουράς, τη δική σας αμοιβή. Ο όρος έχει καθιερωθεί στα ελληνικά ακριβώς έτσι, στα αγγλικά, και τον χρησιμοποιεί όλος ο κλάδος της εστίασης, από τις σχολές μαγειρικής μέχρι τους λογιστές.

Δύο διευκρινίσεις πριν από τον τύπο, γιατί εκεί γίνονται τα περισσότερα λάθη:

  • Το food cost είναι δείκτης περιόδου, όχι μερίδας. Υπολογίζεται για μια εβδομάδα ή έναν μήνα, για ό,τι κατανάλωσε συνολικά η κουζίνα. Η εκδοχή ανά πιάτο λέγεται κοστολόγηση συνταγής και θα τη δούμε παρακάτω, αλλά ο δείκτης διοίκησης είναι το ποσοστό της περιόδου.
  • Κουζίνα και μπαρ κρατιούνται χωριστά. Το φαγητό και τα ποτά έχουν διαφορετική οικονομία και διαφορετικό ΦΠΑ. Αν ανακατέψετε τις αγορές κρασιού στο food cost ή διαιρέσετε με τον συνολικό τζίρο μαζί με τα ποτά, θα πάρετε έναν κολακευτικό και άχρηστο αριθμό.

Πώς υπολογίζεται το food cost;

Ο τύπος είναι παντού ο ίδιος, αρκεί να μπουν και τα τρία στοιχεία του αποθέματος:

Food cost % = (αρχικό απόθεμα + αγορές - τελικό απόθεμα) ÷ καθαρές πωλήσεις φαγητού × 100

Ο αριθμητής είναι η πραγματική κατανάλωση: όχι ό,τι αγοράσατε μέσα στην περίοδο, αλλά ό,τι χρησιμοποίησε πραγματικά η κουζίνα. Γι' αυτό το απόθεμα εμφανίζεται δύο φορές. Αν γεμίσατε τον θάλαμο λίγο πριν από την αλλαγή του μήνα, οι αγορές φαίνονται τεράστιες, αλλά το τελικό απόθεμα είναι αντίστοιχα μεγάλο και ο τύπος το διορθώνει. Όποιος παραλείπει την απογραφή και διαιρεί σκέτες αγορές με πωλήσεις παίρνει έναν αριθμό που χοροπηδά με κάθε μεγάλη παραγγελία και δεν λέει τίποτα για την κουζίνα.

Παράδειγμα υπολογισμού σε ευρώ

Μια ταβέρνα κλείνει τον μήνα με αυτά τα νούμερα (όλα χωρίς ΦΠΑ, μόνο φαγητό):

Στοιχείο Ποσό
Αρχικό απόθεμα (1η του μήνα) 6.000 €
Αγορές μέσα στον μήνα 16.000 €
Τελικό απόθεμα (τελευταία μέρα) 5.400 €
Κατανάλωση πρώτων υλών 16.600 €
Καθαρές πωλήσεις φαγητού του μήνα 50.000 €

Food cost % = (6.000 + 16.000 - 5.400) ÷ 50.000 × 100 = 33,2%

Κοστολόγηση συνταγής: πόσο κοστίζει ένας μουσακάς;

Η ίδια λογική δουλεύει και στο επίπεδο του πιάτου: κόστος υλικών διά την καθαρή τιμή πώλησης. Το εργαλείο είναι το δελτίο κοστολόγησης συνταγής: κάθε υλικό, ακριβή γραμμάρια ανά μερίδα, τρέχουσα τιμή αγοράς και το σύνολο στην τελευταία γραμμή. Δείτε το με έναν κλασικό μουσακά, με ενδεικτικές τιμές χονδρικής για να φανεί η μέθοδος (βάλτε τις δικές σας τιμές τιμολογίου):

Υλικό (ανά μερίδα) Ποσότητα Ενδεικτική τιμή Κόστος
Μοσχαρίσιος κιμάς 150 γρ. 11,00 €/κιλό 1,65 €
Μελιτζάνες 250 γρ. 1,60 €/κιλό 0,40 €
Πατάτες 100 γρ. 0,90 €/κιλό 0,09 €
Μπεσαμέλ (γάλα, βούτυρο, αλεύρι, αυγά) 0,45 €
Τριμμένο τυρί 30 γρ. 9,00 €/κιλό 0,27 €
Ντομάτα, κρεμμύδι, ελαιόλαδο, μπαχαρικά 0,40 €
Σύνολο υλικών 3,26 €

Αν ο μουσακάς πωλείται 12,50 € στον κατάλογο, η καθαρή τιμή (χωρίς τον ΦΠΑ 13%) είναι 12,50 ÷ 1,13 = 11,06 €. Food cost μερίδας: 3,26 ÷ 11,06 = 29,5%. Τα δελτία κοστολόγησης κάνουν τρεις δουλειές ταυτόχρονα: σταθεροποιούν τις μερίδες, τεκμηριώνουν την τιμολόγηση και σας δίνουν το θεωρητικό food cost που θα δούμε πιο κάτω. Πιάτο που δεν έχει κοστολογηθεί δεν μπορεί να τιμολογηθεί.

Η παγίδα του ΦΠΑ: υπολογίζετε πάντα σε καθαρές τιμές

Ο τζίρος που βλέπετε στην ταμειακή είναι μεικτός. Στην εστίαση ο ΦΠΑ στο φαγητό είναι 13% σε μόνιμη βάση, τόσο στο τραπέζι όσο και στο πακέτο (ν. 5073/2023), ενώ τα αλκοολούχα ποτά έχουν πάντα 24% και τα αναψυκτικά και ο καφές 24% όταν σερβίρονται στο κατάστημα και 13% στο πακέτο. Ένας λόγος παραπάνω να κρατάτε φαγητό και ποτά σε χωριστούς υπολογισμούς.

Η πρακτική συνέπεια: όποιος διαιρεί την κατανάλωση με τον μεικτό τζίρο βγάζει τον εαυτό του καλύτερο από την πραγματικότητα. Στο παράδειγμά μας, οι καθαρές πωλήσεις 50.000 € αντιστοιχούν σε 56.500 € στην ταμειακή· η ίδια κατανάλωση διά τον μεικτό τζίρο θα έδειχνε food cost 29,4% αντί για το πραγματικό 33,2%. Σχεδόν τέσσερις μονάδες διαφορά, χωρίς να έχει κουνηθεί ούτε ένα κιλό πρώτης ύλης. Άρα: πάντα σε καθαρές τιμές (μεικτός τζίρος διά 1,13 για το φαγητό), πάντα φαγητό χωριστά από ποτά, και με επιφύλαξη απέναντι σε κάθε «ιδανικό ποσοστό» που δεν λέει πώς υπολογίστηκε.

Ποιο είναι το «καλό» food cost για ένα ελληνικό εστιατόριο;

Η ειλικρινής απάντηση, που πολλά άρθρα αποφεύγουν: ένα σωστό ποσοστό για όλους δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν επίσης δημοσιευμένα εθνικά στοιχεία για το μέσο food cost της ελληνικής εστίασης, οπότε ό,τι κυκλοφορεί είναι διεθνείς εμπειρικοί κανόνες. Με αυτή την επιφύλαξη, τα όρια αναφοράς που χρησιμοποιεί ο κλάδος διεθνώς:

  • τα περισσότερα εστιατόρια κινούνται περίπου στο 25-35% των καθαρών πωλήσεων φαγητού·
  • concept με φθηνές βάσεις και υψηλή προστιθέμενη αξία (πιτσαρία, μαγειρευτά, γεμιστά και λαδερά ταβέρνας) μπορούν να δουλεύουν κάτω από το 30%·
  • ψητοπωλεία και κρεατοταβέρνες, όπου το κρέας κυριαρχεί στο πιάτο, συχνά ξεπερνούν το 35% και παραμένουν υγιή·
  • εστιατόρια fine dining με ακριβές πρώτες ύλες μπορούν να λειτουργούν και πάνω από 35%, γιατί το περιθώριο σε ευρώ ανά μερίδα είναι μεγάλο.

Διαβάστε αυτά τα όρια ως πυξίδα, όχι ως βαθμολογία. Το σωστό επίπεδο για εσάς το καθορίζουν το ενοίκιο, η μισθοδοσία και το concept σας. Και ο πιο χρήσιμος δείκτης δεν είναι ο κλάδος αλλά ο εαυτός σας: το δικό σας food cost ως καμπύλη, εβδομάδα προς εβδομάδα. Μια μεμονωμένη εβδομάδα στο 36% μπορεί να είναι απλώς μια μεγάλη παραλαβή· έξι εβδομάδες που το ποσοστό σέρνεται από το 31% στο 34% είναι σήμα, και το βλέπετε μόνο αν μετράτε κάθε εβδομάδα.

Γιατί το ευρώ μετράει περισσότερο από το ποσοστό

Η καλύτερη απόδειξη ότι το ποσοστό δεν είναι ευαγγέλιο είναι δύο πιάτα δίπλα δίπλα. Τα γεμιστά με υλικά 1,80 € και καθαρή τιμή 8,00 € έχουν food cost 22,5% και αφήνουν 6,20 € περιθώριο. Η μοσχαρίσια μπριζόλα με υλικά 9,00 € και καθαρή τιμή 22,00 € «κόβεται» στο τεστ του ποσοστού με 41% και αφήνει 13,00 €, δηλαδή διπλάσιο σχεδόν περιθώριο σε κάθε πώληση. Το ενοίκιο όμως πληρώνεται σε ευρώ, όχι σε ποσοστά: κρίνετε τα μεμονωμένα πιάτα με το περιθώριο σε ευρώ και αφήστε το συνολικό ποσοστό να καθίσει εκεί που το πάει το concept σας. Το ποσοστό είναι θερμόμετρο για αποκλίσεις, όχι βαθμός για κάθε πιάτο.

Θεωρητικό και πραγματικό food cost: εκεί χάνεται το περιθώριο

Ο τύπος με το απόθεμα δίνει το πραγματικό food cost: τι κατανάλωσε όντως η περίοδος. Δίπλα του αξίζει να υπολογίζετε και το θεωρητικό: τι θα έπρεπε να έχει καταναλώσει, αν κάθε πιάτο έβγαινε από την κουζίνα ακριβώς όπως το γράφει το δελτίο κοστολόγησης.

Θεωρητική κατανάλωση = άθροισμα (πωλήσεις κάθε πιάτου × κόστος υλικών του πιάτου)

Πάρτε την αναφορά πωλήσεων του μήνα από την ταμειακή ή το POS, πολλαπλασιάστε τις πωλήσεις κάθε πιάτου με το κοστολογημένο του κόστος και διαιρέστε με τις καθαρές πωλήσεις φαγητού. Αν στην ταβέρνα του παραδείγματος η θεωρητική κατανάλωση βγαίνει 15.000 €, το θεωρητικό food cost είναι 30% ενώ το πραγματικό 33,2%.

Οι 3,2 μονάδες ανάμεσά τους είναι ο πιο πολύτιμος αριθμός αυτού του άρθρου, γιατί είναι καθαρή απώλεια: πληρωμένες πρώτες ύλες που δεν έγιναν ποτέ πουλημένο πιάτο. Με πωλήσεις 50.000 € τον μήνα, 3,2 μονάδες σημαίνουν 1.600 € κάθε μήνα. Η διαφορά προέρχεται σχεδόν πάντα από τα ίδια σημεία: φύρα και αλλοιωμένα προϊόντα, μερίδες μεγαλύτερες από τη συνταγή, γεύματα προσωπικού και κεράσματα που δεν καταγράφονται, λάθη στην παραλαβή (πληρώσατε 10 κιλά, ήρθαν 9) και, το πιο άβολο, απόθεμα που «εξαφανίζεται». Αν η διαφορά μένει στις 2-3 μονάδες, η κατάσταση είναι σταθερή· αν εκτοξευτεί, κάτι συγκεκριμένο άλλαξε εκείνον τον μήνα και μπορείτε να το βρείτε.

Μάγειρας ζυγίζει μερίδα μουσακά σε ψηφιακή ζυγαριά και τη συγκρίνει με το δελτίο κοστολόγησης της συνταγής
Η ζυγαριά στο πάσο και τα ενημερωμένα δελτία κοστολόγησης κλείνουν το μεγαλύτερο μέρος της διαφοράς

Πώς θα μειώσετε το food cost χωρίς να ρίξετε την ποιότητα;

Έλεγχος μερίδας

Το δελτίο λέει 150 γραμμάρια κιμά, το βράδυ της Παρασκευής στο τηγάνι πέφτουν 190. Κανείς δεν το προσέχει, ο πελάτης είναι ευχαριστημένος και η διαφορά τρώει το περιθώριο αθόρυβα. Μια ζυγαριά στο πάσο, κουτάλες και σκεύη μερίδας με σταθερή χωρητικότητα και ρεαλιστικά δελτία συνταγής λύνουν το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος. Αν οι μερίδες της συνταγής γυρίζουν συστηματικά μισοφαγωμένες, μην τις αφήνετε να φουσκώνουν στο τηγάνι: μικρύνετε τη συνταγή και την τιμή αναλόγως.

Διαπραγμάτευση με προμηθευτές και εποχικότητα

Για τα 10 πιο σημαντικά υλικά σας κρατήστε τουλάχιστον έναν δεύτερο προμηθευτή για σύγκριση: μερικά λεπτά στο κιλό ακούγονται ασήμαντα και σε ετήσια βάση είναι χιλιάδες ευρώ. Ζητήστε τιμοκατάλογο με δέσμευση διάρκειας για τα βασικά, ελέγχετε δειγματοληπτικά τις παραλαβές με ζύγισμα και αντιπαραβολή με το δελτίο αποστολής, και χτίστε το μενού πάνω στην εποχή: η ντομάτα του Ιανουαρίου είναι ακριβότερη και χειρότερη. Η ακρίβεια στις πρώτες ύλες δεν διαπραγματεύεται ολόκληρη, αλλά το πώς μοιράζεται ανάμεσα σε εσάς και τον προμηθευτή σας, ναι.

Καταγραφή της σπατάλης και απογραφή

Ένα τετράδιο φύρας στην κουζίνα (τι πετάχτηκε, πόσο, γιατί), το πρώτο βήμα κατά της σπατάλης τροφίμων, κοστίζει μηδέν και δείχνει σε δύο εβδομάδες τα μοτίβα: η σαλάτα που αλλοιώνεται κάθε Δευτέρα, η προετοιμασία που περισσεύει συστηματικά. Και η βάση όλων, η απογραφή: τουλάχιστον μία φορά τον μήνα πλήρης καταμέτρηση, ιδανικά την ίδια μέρα και ώρα, με τρέχουσες τιμές αγοράς· για τα ακριβά υλικά (κρέας, ψάρι, θαλασσινά, τυριά) μια γρήγορη εβδομαδιαία καταμέτρηση πιάνει τις αποκλίσεις σε μέρες αντί για εβδομάδες.

Σταυρώστε δύο στοιχεία για κάθε πιάτο: πόσο πουλάει και πόσο περιθώριο σε ευρώ αφήνει. Τα δημοφιλή και κερδοφόρα πιάτα θέλουν προβολή στο μενού και στις προτάσεις του σερβιτόρου· τα δημοφιλή αλλά αδύναμα σε περιθώριο θέλουν ρετουσάρισμα συνταγής ή τιμής· τα αδιάφορα και ασύμφορα απλώς θέση για κάτι καλύτερο. Ένα μενού που ανασχεδιάζεται με αυτά τα δεδομένα δύο φορές τον χρόνο ρίχνει το συνολικό food cost χωρίς καμία αλλαγή στην κουζίνα.

Ακρίβεια και προβλέψιμες αγορές: ο ρόλος των κρατήσεων

Το κόστος πρώτων υλών δεν είναι θεωρητικός κίνδυνος στην Ελλάδα. Ο κλάδος αποδίδει μεγάλο μέρος της πίεσης στον τζίρο της εστίασης στα αυξημένα κόστη ενέργειας και πρώτων υλών, και στις αιχμές της ζήτησης οι τιμές ανεβαίνουν κι άλλο: την Τσικνοπέμπτη του 2026 οι ψησταριές γέμισαν σε όλη τη χώρα με τις τιμές στα κρέατα «στα ύψη», όπως μετέδωσε το MEGA. Όταν οι τιμές κινούνται έτσι, ενημερωμένα δελτία κοστολόγησης και μηνιαία μέτρηση δεν είναι πολυτέλεια, είναι ο μόνος τρόπος να δείτε την αύξηση πριν σας τη δείξει ο λογιστής.

Υπάρχει όμως και ένας μοχλός που συχνά ξεχνιέται: η προβλεψιμότητα. Το μεγαλύτερο λάθος στις αγορές δεν είναι η τιμή, είναι η ποσότητα: όποιος προμηθεύεται για 80 κουβέρ και σερβίρει 50 έχει ήδη παραγγείλει τη φύρα του. Ένα ενημερωμένο βιβλίο κρατήσεων σάς δείχνει μέρες νωρίτερα πόσα άτομα έρχονται πραγματικά, οι προπαραγγελίες μενού στις ομαδικές κρατήσεις μετατρέπουν την προετοιμασία από στοίχημα σε αριθμητική, και κάθε τραπέζι που δεν μένει άδικα άδειο είναι πρώτες ύλες που δεν πετιούνται: γι' αυτό η μείωση των no-show είναι και εργαλείο ελέγχου του food cost, όχι μόνο του τζίρου.

Ακριβώς για αυτό είναι φτιαγμένη η ViteUneTable: online κρατήσεις όλο το εικοσιτετράωρο, αυτόματες επιβεβαιώσεις και πλήρες ιστορικό κουβέρ, όλα στη δωρεάν έκδοση χωρίς όρια, με 0% προμήθεια και χωρίς δέσμευση. Το Pack Standard (από 29 € χωρίς ΦΠΑ/μήνα) προσθέτει τις κρατήσεις μέσω Google με το «Reserve with Google», και το Pack Standard + Anti No-Show (49 € χωρίς ΦΠΑ) προστατεύει τα μεγάλα τραπέζια με δέσμευση κάρτας. Ας είμαστε ειλικρινείς: κανένα σύστημα κρατήσεων δεν θα μετρήσει τον θάλαμό σας ούτε θα συμπληρώσει τα δελτία κοστολόγησης. Αλλά προβλέψιμα, αξιόπιστα κουβέρ είναι αυτά που μετατρέπουν ένα καλά μετρημένο food cost σε πραγματικό κέρδος.

Συχνές ερωτήσεις

Πώς υπολογίζεται το food cost στο εστιατόριο;

Food cost % = (αρχικό απόθεμα + αγορές - τελικό απόθεμα) ÷ καθαρές πωλήσεις φαγητού × 100, για σταθερή περίοδο (εβδομάδα ή μήνα). Ο αριθμητής είναι η πραγματική κατανάλωση, όχι απλώς οι αγορές, γι' αυτό χρειάζεται απογραφή στην αρχή και στο τέλος της περιόδου. Πάντα σε καθαρές τιμές και με το φαγητό χωριστά από τα ποτά.

Ποιο είναι το ιδανικό ποσοστό food cost;

Ενιαίο ιδανικό δεν υπάρχει και εθνικά στοιχεία για την ελληνική εστίαση δεν έχουν δημοσιευτεί. Ο διεθνής εμπειρικός κανόνας τοποθετεί τα περισσότερα εστιατόρια στο 25-35% των καθαρών πωλήσεων: μαγειρεία και πιτσαρίες συχνά χαμηλότερα, κρεατοταβέρνες και fine dining συχνά ψηλότερα, και υγιή. Πιο σημαντική από τη σύγκριση με τον κλάδο είναι η δική σας καμπύλη εβδομάδα προς εβδομάδα και το περιθώριο κάθε πιάτου σε ευρώ.

Το food cost υπολογίζεται με ή χωρίς ΦΠΑ;

Πάντα χωρίς ΦΠΑ, και στις πωλήσεις και στις αγορές. Οι τιμές καταλόγου περιέχουν ΦΠΑ 13% για το φαγητό, άρα ο τζίρος της ταμειακής είναι μεικτός: διαιρέστε με το 1,13 πριν υπολογίσετε. Ποσοστό υπολογισμένο πάνω σε μεικτό τζίρο δείχνει σχεδόν 4 μονάδες καλύτερο από το πραγματικό, και το αλκοόλ με 24% θα παραμόρφωνε ακόμα περισσότερο έναν ενιαίο υπολογισμό.

Τι είναι το θεωρητικό food cost;

Το θεωρητικό food cost προκύπτει από τα δελτία κοστολόγησης: πωλήσεις κάθε πιάτου επί το κοστολογημένο κόστος υλικών του, διά τις καθαρές πωλήσεις. Δείχνει τι θα έπρεπε να είχε καταναλώσει η περίοδος αν όλα έβγαιναν ακριβώς κατά τη συνταγή. Η διαφορά από το πραγματικό food cost είναι το άθροισμα της φύρας, των υπερμεγέθων μερίδων, των ακαταχώρητων κερασμάτων και των λαθών παραλαβής: 2-3 μονάδες είναι φυσιολογικές, παραπάνω σημαίνει διαρροή που πρέπει να εντοπιστεί.

Κάθε πότε πρέπει να γίνεται απογραφή;

Τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, ώστε το food cost να συμβαδίζει με τη λογιστική εικόνα. Το πιο αποτελεσματικό σχήμα είναι συνδυαστικό: πλήρης απογραφή κάθε μήνα και εβδομαδιαία καταμέτρηση των ακριβών υλικών (κρέας, ψάρι, θαλασσινά, τυριά), πάντα την ίδια μέρα και ώρα, με τρέχουσες τιμές αγοράς. Η εβδομαδιαία εικόνα πιάνει τις αποκλίσεις σε μέρες, όχι στο κλείσιμο της χρονιάς.

Διαβάστε επίσης

Οικοδεσπότης ταβέρνας υποδέχεται στην πόρτα ένα αυθόρμητο ζευγάρι, ενώ δίπλα ένας πελάτης δείχνει την επιβεβαίωση κράτησης στο κινητό του
Διαχείριση κρατήσεων 14 λεπτά ανάγνωσης

Walk-in πελάτες ή κρατήσεις: η σωστή ισορροπία για το εστιατόριό σας

Η ταβέρνα έζησε δεκαετίες χωρίς βιβλίο κρατήσεων, το fine dining κλείνει τραπέζια εβδομάδες νωρίτερα. Πού στέκεται το δικό σας μαγαζί; Πόσα τραπέζια να κρατάτε για την πόρτα, πότε να βάζετε χρονικά όρια και πώς ο πελάτης που φεύγει γίνεται κράτηση.

Γεμάτη ελληνική ταβέρνα το βράδυ της Τσικνοπέμπτης, με ψησταριά που καπνίζει, μεγάλες παρέες που τσουγκρίζουν ποτήρια και σερβιτόρο με πιατέλες κρεατικών
Διαχείριση κρατήσεων 12 λεπτά ανάγνωσης

Τσικνοπέμπτη στο εστιατόριο: κρατήσεις και προετοιμασία για την πιο γεμάτη βραδιά της χρονιάς

Sold out ταβέρνες, κρατήσεις που «χτυπούν κόκκινο» και παρέες ολόκληρων γραφείων: η Τσικνοπέμπτη είναι το μεγαλύτερο stress test του συστήματος κρατήσεών σας. Δείτε πότε να ανοίξετε τις κρατήσεις, πώς να ασφαλίσετε τις μεγάλες παρέες και πώς να οργανώσετε μενού και προσωπικό.

Εστιάτορας σε βεράντα νησιώτικης ταβέρνας ελέγχει στο τάμπλετ τη σελίδα αξιολογήσεων του μαγαζιού του, με τουρίστες στα τραπέζια γύρω του
Προβολή και μάρκετινγκ 12 λεπτά ανάγνωσης

Tripadvisor για εστιατόρια: γιατί στην Ελλάδα μετράει όσο πουθενά αλλού

Σε μια χώρα με σχεδόν 38 εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο, το Tripadvisor δεν είναι λεπτομέρεια: για ένα μαγαζί σε νησί ή στο κέντρο της Αθήνας γεμίζει και αδειάζει τραπέζια κάθε βράδυ. Δείτε τι αξίζει τον χρόνο σας, τι είναι δωρεάν και πώς θα μετατρέψετε τους αναγνώστες κριτικών σε κρατήσεις.

← Επιστροφή στο blog